Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

visual impairment


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο impairment παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: visual

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impairment n (defect in [sb]'s ability)βλάβη ουσ θηλ
  πρόβλημα ουσ ουδ
  (πιο σοβαρό)αναπηρία ουσ θηλ
  (σε ορισμένες περιπτώσεις)αδυναμία ουσ θηλ
 Peter went to the doctor and got a hearing aid to deal with his hearing impairment.
 Ο Πήτερ πήγε στον γιατρό που του έδωσε ένα ακουστικό για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ακοής του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impairment n (defect in [sth]'s functioning)βλάβη ουσ θηλ
  πρόβλημα ουσ ουδ
 Bob's job was to find and resolve impairments in the machinery.
impairment n (accounting: decrease in value of asset)μείωση αξίας φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hearing impairment n (partial deafness)μερική κώφωση ουσ θηλ
 I'm sorry to say that a hearing aid won't be of use with your type of hearing impairment.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'visual impairment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση visual impairment στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «visual impairment».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!